Sostika Logia

 
2014

                                                                                               Κυριακ Ε' Λουκ
                                                                                       Ο πλοσιος και ο Λζαρος
                                                                                              (Λουκ. ιστ’,19 - 31)


να ερωτηματικ που ανκαθεν βασνιζε τους ανθρπους λων των εποχν ταν το τι γνεται πραν του τφου. Υπρχει ραγε πραν του τφου ζω; Και αν υπρχει, πς περνον εκε οι ψυχς των ανθρπων; Πς ζουν εκε οι πργονοι, οι συγγενες και οι φλοι. Οι περισστεροι απ τους λαος, αν και δε γνριζαν λεπτομρειες, πστευαν τι οι ψυχς των νεκρν ζουν στον λλο κσμο. Πστευαν τι, εν στην παροσα ζω ταν δκαιοι, ζουν ευτυχες,  εν μως ταν δικοι και εγκληματες βρσκονται σε θλψη και δοκιμασα. Η Εκκλησα  μως  μας αποκαλπτει  με το στμα του Χριστο, που γνωρζει τα πντα, την πραν του τφου πραγματικτητα. Μας λει τι οι ψυχς των νεκρν ζουν, και μλιστα ζουν και αισθνονται πολ καλτερα απ , τι αισθανταν με το σμα και με λες τις αισθσεις τους. Επ πλον ο χριστιανισμς μας πληροφορε τι η πραν του τφου ζω διαιρεται σε δο καταστσεις αντθετες. Η διαρεση αυτ εναι καρπς της ηθικς ποιτητας των ανθρπων. σοι ζησαν στην επγεια ζω τους σμφωνα με το θλημα του Θεο, αυτο ζουν πλησον του Θεο με ειρνη, χαρ και αγαλλαση. σοι μως στην παροσα ζω τους ζησαν σμφωνα με το θλημα του πονηρο, θλβονται χωρς ποτ να βρσκουν ανπαυση.


Την εικνα της πραν του τφου ζως την παρουσιζει ο Κριος με την γνωστ διγηση του πλουσου και του Λαζρου. Ο πλοσιος εχε τξει ως σκοπ της ζως του την καλοπραση, χωρς να ενδιαφερθε ποτ για τον πσχοντα συννθρωπο του, πργμα που σμαινε τι εχε χσει και την στοιχειδη ανθρωπι του. Ο Λζαρος ταν φτωχς και ρρωστος και μοιρζονταν τα ψχουλα της τρπεζας του πλουσου με τους σκλους της γειτονις. Ουδποτε παραπονετηκε ο φτωχς και ποτ δεν δυσανασχτησε για την κατσταση του, αλλ βσταζε τον σταυρ της θλψεως με υπομον. Γι' αυτ, ταν πθανε αρπχτηκε απ τους αγγλους στον παρδεισο. Πθανε και ο πλοσιος και πγε στον δη. Απ εκε βλπει το Λζαρο στους κλπους του Αβραμ και παρακλεσε τον Αβραμ να στελει το Λζαρο για να  του φρει λγο νερ, γιατ φλεγταν. ταν μως πληροφορθηκε τι αυτ ταν αδνατο,  παρακλεσε τον Αβραμ να στελει το Λζαρο να  πει στους αδελφος του που ζοσαν στη γη να ζσουν σωστ για να μη κολασθον και αυτο. Η απντηση ταν τι χουν το Μωυσ και τους προφτες τους οποους πρπει να ακολουθον. Ττε ο πλοσιος επε στον Αβραμ  τι, αν δουν τα αδλφια του ναν αναστημνο να τους μιλει, θα πιστψουν. Η απντηση του Αβραμ στα λγια αυτ του πλουσου εναι κατηγορηματικ, αξιοπρσεκτη και πολ διδακτικ. Του επε τι, εν δεν πιστψουν στα λγια του Μωυσ και των προφητν, ττε οτε και, αν νας αναστηθε απ τους νεκρος και τους μιλσει, θα τον πιστψουν. ποιος περιφρονε το λγο του Θεο, κνει μεγλο λθος, αν λει τι θα πιστψει μνο, αν δει θαματα.

Η πληροφορα του Κυρου  για τη φρκη που περιμνει τους αρνητς του Θεο και αυτος που περιφρονον  το θλημ Του,  αφορ λους τους ανθρπους. Γι' αυτ πρπει να εκδηλνουν μπρακτη πστη, φιλανθρωπα  και αγπη. Να μη λησμονον δε ποτ τι πως ο Αβραμ βδισε απ την πατρδα του στη να του πατρδα εμπιστευμενος το Θε, τσι και οι χριστιανο βαδζουν προς την ουρνια πατρδα τους. Τα πραγματικ τκνα του Αβραμ πρπει να δεχνουν στην πρξη την πστη του Αβραμ για να αξιωθον να βρεθον στους κλπους του. Αμν.


                                                                                               Κυριακ Ζ’ Λουκ
                                                                                          Η θυγατρα του Ιειρου
                                                                                                  (Λουκ.η’, 41-56)


νας πατρας, ο Ιειρος, πλησασε τον Κριο και τον παρακλεσε να τον βοηθσει. Του επε  τι η μονκριβη κρη του ασθενοσε και κινδνευε να πεθνει. Ο Κριος τον σπλαχνστηκε και δχτηκε πρθυμα να πει στο σπτι να τη θεραπεσει. Στο δρμο που πηγανανε ρχεται νας υπηρτης και λει στον πατρα τι η κρη του πθανε. Η εδηση πεσε σαν κεραυνς  στον Ιειρο, ο οποος δεν θα ταν παρξενο εν σωριαζταν στο χμα. μως ο Κριος του επε, «μη φβου∙ μνον πστευε». Και θα λεγε κανες τι να μη φοβηθε αφο πθανε, τι λλο να περιμνει. Τουλχιστο να την προλβαινε ζωνταν. Τρα μως πο ξεψχησε και δεν υπρχει ελπδα ζως; Και μως ο Διδσκαλος απαιτε πστη, θρρος και αφοβα.


στερα απ λγο φθασαν στο σπτι που οι  θρνοι και οι κοπετο των συγγενικν προσπων ταν μρτυρες τι η κρη εχε πεθνει. Και μως ο Διδσκαλος επιμνει τι ζει και μλιστα τι κοιμται. Αυτο μως που θρηνοσαν χοντας εμπιστοσνη στα μτια τους που εδαν το κορτσι πεθαμνο, δεν πεθονται στα λγια του Χριστο και επιμνουν τι πθανε. Και ββαια εχε πεθνει, αλλ για το Χριστ ο θνατος εναι νικημνος εχθρς και πνος.Ττε παρνοντας μαζ Του τους γονες του κοριτσιο και τρεις απ τους μαθητς Του γγιξε το παγωμνο χρι του παιδιο και του επε να σηκωθε. Αμσως το παιδ νοιξε τα μτια του, πως ξυπνει κανες απ τον πνο, και αντκρυσε τους δικος του.


τσι ο Κριος απδειξε τι χει λη την εξουσα στε και αυτ το θνατο αλυσοδνει και εξαφανζει. Απδειξε ο Κριος τι ο θνατος εναι πνος μεγαλτερης διρκειας, και γι' αυτ τνισε στους πιστος  Του να μη φοβηθον αυτος που θανατνουν το σμα και δε μπορον να βλψουν την ψυχ. Ο σωματικς θνατος εναι προσωρινς χωρισμς της ψυχς απ το σμα ο δε πνευματικς θνατος εναι ο χωρισμς της ψυχς απ το γιο Πνεμα.


Αλλ κατ την πορεα του Κυρου προς το σπτι του Ιειρου συνβη και λλο θαμα πολ σημαντικ. Εν υπρχε συνωστισμς απ τον κσμο, αισθνθηκε ο Χριστς τι κποιος τον γγιξε. Αμσως σταμτησε, κοταξε τριγρω του και επε ποιος με γγιξε; Οι συνοδοιπροι τον κοταξαν κατπληκτοι και περισστερο ο Πτρος, ο οποος επε, Διδσκαλε βλπεις τι ο λας σε συνθλβει και ρωτς ποιος σε γγιξε; Ο Κριος μως επε, κποιος με γγιξε, γιατ εγ κατλαβα να εξρχεται απ εμνα δναμη. Ττε μα γυνακα παρουσιστηκε και ομολγησε λη την αλθεια. ταν απ ετν ασθενς και μολοντι κατανλωσε την περιουσα της στους γιατρος,  δεν θεραπευταν.Ττε πλησασε με πστη μσα στο πλθος  και πιασε την κρη του ιματου του Κυρου και λεγε μσα της τι και μνο εν αγγξω το ιμτι του θα θεραπευθ. Αυτ και γινε. Ο Χριστς βλποντας την πστη της της επε. Η πστη σου σε σωσε, πορεου εις ειρνη.

Το περιστατικ αυτ πιστοποιε τι ο Χριστς χει δναμη επνω Του αστερευτη, την οποα εναι δυνατ να λβουν σοι με πστη τον πλησιζουν. πως δηλαδ εναι δυνατ με την πρζα να λβει ο νθρωπος ηλεκτρικ ρεμα, κατ παρμοιο τρπο και ο πιστς νθρωπος μπορε να αντλσει χρη απ την πηγ της χριτος, που εναι ο Χριστς. Χωρς την πστη αυτ  εναι αδνατο να λβει κανες τη χρη. Η πστη εναι η προπθεση για την απκτηση της χρης του Θεο. τσι ο νθρωπος με τον αγνα του χει ως στχο να φθσει στην αγπη του Θεο. Πρπει να αγαπμε το Θε, γιατ Αυτς εναι η αξα των αξιν, δηλαδ το αξζει να αγαπιται απ λους. Εναι ξιο και δκαιο. Εν κανες δεν αγαπει το Θε, τον προσβλλει, γιατ τον εμποδζει η αμαρτα, πως τα σννεφα εμποδζουν να φανε ο λιος.  Ας αγαπμε λοιπν το Θε, γιατ Αυτς μας αγπησε πρτος. Αμν.

                                                                                              Κυριακ Θ' Λουκ

                                                                                             Ο φρων πλοσιος  

                                                                                               (Λουκ. ιβ’, 16 - 21) 


Στη σημεριν ευαγγελικ περικοπ βλπουμε τη συμπεριφορ ενς πλουσου ανθρπου, του οποου τα κτματα καρποφρησαν τσο πολ στε τον απασχολοσε το πρβλημα πο θα συγκεντρσει τα αγαθ του. Εν δηλαδ λλοι νθρωποι σκεπτταν πς θα εξοικονομσουν τα προς το ζην, αυτς αντθετα ανησυχοσε που δεν εχε πο να αποθηκεσει τα αγαθ του. Τα γεννματα του ταν τσο πολλ στε λησμνησε και τον διο το Θε  στον Οποον οτε ευχαριστ δεν επε. Αλλ και τους φτωχος και πσχοντες συνανθρπους του αγνησε οι οποοι εχαν ανγκη βοθειας. Η καρδι του πλοσιου εχε αιχμαλωτισθε στην λη στε τελικ ο νθρωπος αποφσισε να μεγαλσει τις αποθκες του και να αποθηκεσει τα αγαθ του σ' αυτς. Αυτς θα ταν πλον ο μοναδικς σκοπς της ζως  του, δηλαδ χαμερπς, ζωδης και κτηνδης. Με αυτν τον τρπο μως, επειδ κατβασε τον εαυτ του στη θση των λογων ζων,  κπηκε το νμα της ζως του, αφο δεν εχε πλον καννα  αντερο  σκοπ να επιτελσει  στη γη.

Στην κατσταση αυτ του πλουσου πολλο μπορε να βρεθον σε κθε εποχ. Πολλο εναι εκενοι που αγνοον την πολτιμη ψυχ τους και συμπεριφρονται σαν να εναι μνο σρκες. Το τλος μως των ανθρπων αυτν θα εναι η απλεια, πως συνβη και με  τον πλοσιο της παραβολς. Και ββαια ο πλοτος του δεν ταν η αιτα  της απλεις του, γιατ ο πλοτος βρισκταν στη δικ του εξουσα, δηλαδ να του κνει καλ κακ χρση. Εν δειχνε ευγνωμοσνη προς το Θε και βοηθοσε τους χοντες ανγκη, ττε τα πργματα θα ταν διαφορετικ και δε θα φθανε σ' αυτ το κατντημα. Αυτς μως δειξε αχαριστα στο Θε και ασπλαχνα στους ανθρπους. Το κατντημα του φρονα πλουσου χουν λοι εκενοι που ακολουθον το παρδειγμα του και στρφουν την προσοχ τους μνο στα υλικ αγαθ. Η επγεια ζω εναι ο χρος που πρπει να βασιλεει η αγπη, η καλοσνη, η ανθρωπι και η αδελφικ αλληλεγγη, πως εναι το θλημα του Θεο.

σοι επιθυμον τη σωτηρα τους οφελουν να πειθαρχον στο θλημα του Θεο και να αποφεγουν το πθος της πλεονεξας το οποο επιφρει την οργ του Θεο. Ο Απστολος Παλος λει τι, ταν  χουμε διατροφς και σκεπσματα, ας αρκομαστε σ' αυτ. Αλλ και οι πλοσιοι στον κσμο αυτ δεν εναι  καταδικασμνοι, επειδ εναι πλοσιοι, γιατ μπορον να χρησιμοποισουν τον πλοτο και για τον εαυτ τους, αλλ και για τους χοντες ανγκη. Μπορον να βοηθον τους φτωχος και ασθενες  με τη βεβαιτητα τι η φιλανθρωπα  τους  θα ληφθε απ το Θε ως θετικ στοιχεο κατ την ημρα της κρσεως. Ο Θες εναι ελεμων και δνει χρη  και λεος σε σους ελεον τους αδνατους και τους   φτωχος. 

Παρδειγμα πλοσιου ανθρπου απ την Παλαι Διαθκη εναι ο Ιβ  ο οποος ζοσε στην Αυστιδα χρα και ταν «αληθινς, μεμπτος, δκαιος, θεοσεβς, απεχμενος απ παντς πονηρο πργματος». Ο Θες τον εχε ευλογσει και εχε επτ γιους  και τρεις θυγατρες, κτματα, ζα και πλοτη πολλ.  ταν ευτυχς και δξαζε το Θε καθημεριν.  Τα πλοτη του δεν τον καναν αχριστο προς το Θε οτε σκληρ προς τους συνανθρπους του. Αντθετα ταν νθρωπος του Θεο και λοι τον υπολγιζαν  και τον εχαν σε μεγλη υπληψη. Αλλ και ο Αβραμ τον οποον οδγησε ο Θες στη γη της επαγγελας  και του χρισε πλοτη πολλ, δεν φνηκε αχριστος στο Θε. Το πρτο του ργο μλις φθασε στη γη της επαγγελας ταν να προσευχηθε και να ευχαριστσει τον Πανγαθο Θε για τις ευεργεσες Του. Ο φρων μως πλοσιος δε θλησε να   μιμηθε τον Ιβ και τον Αβραμ. Ας αποφεγουμε το παρδειγμα του. Αμν.