Sostika Logia
: 27/9/2017



 
11)  , , , ;
12)  ;
13)  , ;
14)  ;
15)  , ;
16)  ;
17)  ;
18)  ;
19)  , ;
20)  ;


<<   >>  



11)  , , , ;

Αυτ η προσευχ δε μπορε να εναι θεολογικ τλεια προσευχ, γιατ δεν  εναι ολοκληρωμνη προσευχ, αλλ να εδος προσευχς, δηλαδ  μα κραυγ και μα σντομη   ατηση που κνει προς το Χριστ νας αμαρτωλς. Πς μπορε να εναι θεολογικ τλεια  προσευχ,  και μλιστα υπδειγμα προσευχς, η κραυγ αυτ ενς αμαρτωλο, προς το Σωτρα, ταν ο διος  στον Οποον απευθνεται χει παραδσει  την Κυριακ Προσευχ   που εναι ακριβστατη και τλεια απ πσης πλευρς; Εναι δυνατ να συγκριθε η προσευχ ενς αμαρτωλο, πως ο διος χαρακτηρζει τον εαυτ  του,  με την προσευχ που δδαξε ο Μνος αναμρτητος; Ασφαλς χι. λλωστε αυτς, πως  και λοι  οι  λλοι νθρωποι, δε γνωρζουν πς να προσεχονται. Οι διοι οι Απστολοι εχαν ανγκη να τους  διδξει ο Κριος, πως φανεται απ το τι, «επ τις των μαθητν αυτο προς αυτν· Κριε, δδαξον ημς προσεχεσθαι, καθς και Ιωννης εδδαξε τους μαθητς αυτο» (Λουκ. ια’,1). Επσης ο  Απστολος Παλος λει, «το γαρ τι προσευξμεθα καθ' ο δει ουκ οδαμεν, αλλ' αυτ το Πνεμα υπερεντυγχνει υπρ ημν στεναγμος αλαλτοις (Ρωμ. η’, 26). Πς λοιπν νας που δηλνει αμαρτωλς θα ισχυρισθε τι αυτς ξρει να προσεχεται, και τι  η δικ του προσευχ  εναι θεολογικ ακριβς και δεν χει  ατλειες, σαν να εναι και αυτς κτι;   Δεν πρπει να γνωρζει τι, «ει γαρ δοκε τις εναι τι μηδν ων, εαυτν φρεναπατ» (Γαλ. στ, 3); Εναι δυνατ να κνει  και το δσκαλο; Αν και δε χρειζονται λλα λγια, μως ας σχολισουμε  στη συνχεια αναλυτικτερα  τα δο μρη της προσευχς αυτς, δηλαδ την προσφνηση και την ατηση, γιατ το  τι δεν εναι τλεια, δε σημανει τι δεν χει και τα καλ της. λλωστε καννα ανθρπινο δεν εναι τλειο.

Α. Η προσφνηση, «Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο», εναι μα ομολογα πστεως η οποα μως  απευθνεται προς τον διο τον Κριο και χι προς τον κσμο στε να πει κανες τι αυτς που την κνει ομολογε το Χριστ ενπιον των ανθρπων. Απλς αναφρει στο Χριστ τι πιστεει αυτς τι εναι ο Χριστς. Αυτ η προσφνηση προφανς  εναι κατ πντα θεολογικ ακριβς. Και πς χι, αφο με λλα λγια εναι τα λγια που επε  ο Πτρος στο Χριστ, «Συ ει ο Χριστς ο υις του Θεο του ζντος». (Ματ. ιστ’, 16). πως εναι γνωστ, αυτ τα λγια δεν τα αποκλυψε στον Πτρο κποιος νθρωπος,  αλλ ο Θες, σμφωνα με τα λγια του Κυρου, «Μακριος ει, Σμων Βαριων, τι σαρξ και αμα ουκ απεκλυψ σοι, αλλ' ο πατρ μου ο εν τοις ουρανος». (Ματ. ιστ’, 17). Εναι μως αυτονητο τι δε θα ταν λθος θεολογικ ανακρβεια, εν αντ του «Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο», λεγε ο αμαρτωλς λιγτερα και περισστερα λγια, προκειμνου να επαινσει τον Κριο.  Αφο απευθνεται με την προσευχ του στον  διο το Χριστ, θα μποροσε να λει, για παρδειγμα: α) να απλ Κριε, με λη τη σημασα της λξεως. β) να απλ Κριε Ιησο Χριστ. γ) Αυτ που λει, και καλ κνει και το λει, δηλαδ, Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο. δ) να ποιο ολοκληρωμνο, πως αποκλυψε ο Θες στον Πτρο δηλαδ, Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο του ζντος. ε) να ακμη πιο ολοκληρωμνο το οποο να  περιχει  πρα πολλς αναφορς και πρα πολλ  εγκμια  για τον Υι του Θεο. Μπορε να πει μως  εδ κποιος σχετος τι, εν αναφρει ο αμαρτωλς  τσα πολλ  εγκωμιαστικ λγια  για το Χριστ, ο  νους του διαχεται και δε συγκεντρνεται στον εαυτ του και στο εγ του, αλλ ασχολεται συνχεια με το Χριστ.   Μα, σχετε νθρωπε,  καλλτερα εναι   να διαχεται ο νους του γρω απ τον Υι του Θεο, και να τον μνημονεει συνχεια, παρ  να εγκλωβζεται στο εγ του και να μη  απαρνεται τον εαυτ του, αντθετα με τα λγια  του Κυρου, «Ει τις θλει οπσω μου ρχεσθαι, απαρνησσθω εαυτν και αρτω τον σταυρν αυτο καθ' ημραν, και ακολουθετω μοι». (Λουκ. θ’, 23). Αντθετα με τα λγια του Αποστλου Πυλου προς τον Τιμθεο, «Μνημνευε Ιησον Χριστν εγηγερμνον εκ νεκρν, εκ σπρματος Δαυδ, κατ το ευαγγλιν μου». (Β’ Τιμ. β’, 8). Αντθετα με το ψαλμικ, «κατατρφησον του Κυρου και δσει σοι τα αιτματα της καρδας σου» (ψ.36,4). Αφο μως ο αμαρτωλς λκεται ακμα απ το εγ του και δεν χει εκθαμβωθε απ το μεγαλεο του Κυρου στε να λει, «Κριε, καλν εστιν ημς δε εναι» (Ματ. ιζ’, 4), ας πμε στο δετερο μρος της προσευχς του αυτς, δηλαδ στην  ατηση,  «ελησν με τον αμαρτωλ» για να δομε τι ζητει απ τον Κριο και γιατ  το ζητει.

Β. Εναι αυτονητο τι ο καθνας     χει  το δικ του πρβλημα, ταν λει    στην προσευχ  του,  ελησν με. Για παρδειγμα, η Χαναναα εχε το πρβλημα της κρης της και, «εκραγασεν  αυτ λγουσα· Ελησν με, Κριε, υι Δαυδ· η θυγτηρ μου κακς δαιμονζεται» (Ματ. ιε’, 22). Οι δο τυφλο  εχαν το πρβλημα με τα μτια τους και «κραξαν λγοντες· ελησον ημς, Κριε, υις Δαυδ» (Ματ. κ’,30). Ο τελνης  εχε  το πρβλημα με τις αμαρτες του οι οποες τον βραιναν  και γι’ αυτ,  «τυπτεν εις  το στθος αυτο λγων· ο Θες, ιλσθητ μοι τω αμαρτωλ» (Λουκ. ιη’, 13). πως εναι γνωστ,  και η Χαναναα και οι τυφλο λαβαν απ τον Κριο αυτ  που του  ζτησαν. σο για τον  τελνη ο οποος δε ζτησε κτι συγκεκριμνο, πως οι προηγομενοι, λαβε και  αυτς αυτ που  εχε ανγκη, δηλαδ τη δικαωσ του,  σμφωνα με  τα λγια του Κυρου,  «κατβη οτος δεδικαιωμνος εις τον οκον αυτο» (Λουκ.ιη’,14).Ασφαλς, και στις τρεις αυτς περιπτσεις, μετ  την ικανοποηση των αιτημτων τους,  αυτο θα ξσπασαν σε ευχαριστες   και δοξολογα προς   το Θε, και δε θα συνχιζαν να ζητνε ακμη αυτ που εχαν πλον λβει απ τον Κριο. Εναι λογικ να πει κανες π. χ.  τι ο τελνης που  «κατβη οτος δεδικαιωμνος εις τον οκον αυτο», δεν το πρε αυτ εδηση, και  συνχισε να  χτυπει το στθος του και να λει και να ξαναλει, « ο Θες, ιλσθητ μοι τω αμαρτωλ»; Ασφαλς χι. Το διο και πολ περισστερο πρπει να συμβανει και με το ατημα «ελησν με τον αμαρτωλ», το οποο εξετζουμε. Ας  αναφρουμε μως μερικος λγους τους οποους πρπει να γνωρζει  ποιος λει «ελησν  με τον αμαρτωλ», και για τους οποους λγους πρπει να δοξζει,   να ευχαριστε και να ευλογε το Θε: α) Και μνο το τι απευθυνμενος στο Χριστ λει, «Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο,  ελησν  με τον αμαρτωλ», φανερνει τι ο Κριος τον χει ελεσει, γιατ διαφορετικ οτε καν θα πρφερε το νομ Του. β) Ο Θες ελεε συνεχς σμφωνα και με το, «το λες σου καταδιξει με πσας τας ημρας της ζως μου» ( Ψ. 22, 6). γ) Ο Θες θλει τη σωτηρα λων, και με τη σοφα Του, πως λει ο Παλος,  « συνκλεισε γαρ ο Θες τους πντας εις απεθειαν, να τους πντας ελεση»(Ρω. ια’, 32). δ) Ο Θες θλει να ελεσει λους, γιατ εναι «οικτρμων  και  ελεμων  ο  Κριος,  μακρθυμος  και  πολυλεος» (Ψ.102,8). ε) Ο Κριος στην ατηση,  ελησν  με τον αμαρτωλ, ανταποκρνεται θετικ και μεσα, σμφωνα με την υπσχεσ Του, «καγ υμν λγω, αιτετε, και δοθσεται υμν· ζητετε, και ευρσετε· κροετε, και ανοιγσεται υμν· πας γαρ ο αιτν λαμβνει και ο ζητν ευρσκει και τω κροοντι ανοιχθσεται» (Λουκ ια’, 9-10 ). Αυτ φανεται και στην περπτωση του τελνη για τον οποο, πως αναφρθηκε παραπνω,  ο Κριος διαβεβαωσε τι, «κατβη οτος δεδικαιωμνος εις τον οκον αυτο».

Καλ λοιπν εναι η προσευχ, «Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο,  ελησν   με τον αμαρτωλ», και καλ κνει ποιος τη λει, ταν αισθνεται να τον βαρανουν οι αμαρτες του και μλιστα  πριν την εξομολγησ, και πριν την φεση   που  θα πρει απ τον πνευματικ. μως  δεν υπρχει λγος να παραμερζονται και   να αποκλεονται λλες παρμοιες σντομες προσευχς, και να  προβλλεται μνο αυτ   ως μοναδικ,  ως θεολογικ  ακριβς  και  τλεια, και να λγεται ευκαρως ακαρως, και μλιστα αδιαλεπτως. Ο Απστολος Παλος επε μεν, «αδιαλεπτως προσεχεσθε»( Α’ Θεσ. ε’, 17), αλλ δεν επβαλε οτε υπδειξε κποια δικ του λγια για να λγονται αυτ απ τους πιστος αδιαλεπτως ως προσευχ. Αδιαλεπτως σημανει  εν παντ καιρ, και  δι παντς.    μως,   εν παντ καιρ, και  δι παντς  το γιο Πνεμα   λει να λει ο πιστς, «Ευλογσω  τον Κριον εν παντ καιρ, δι παντς η ανεσις αυτο εν τω στματ μου.» (Ψ.33,2 ).  Μετ το « αδιαλεπτως προσεχεσθε» ο Παλος λει  «εν παντ ευχαριστετε· τοτο γαρ θλημα Θεο    εν Χριστ Ιησο εις υμς». Εν δηλαδ δεν υποδεικνει συγκεκριμνα λγια προσευχς, πως αναφρθηκε παραπνω, τονζει μως την ευχαριστα. Δεν πρπει λοιπν να γνωρζει κθε πιστς, και μλιστα αυτς που λει συνχεια, «Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο,  ελησν  με τον αμαρτωλ», τι η ευχαριστα  εναι θλημα του Θεο, και μλιστα «εν παντ»; Δεν πρπει να γνωρζει τι  εναι  ξιο και δκαιο να ευχαριστε, να δοξζει και να ευλογε το Θε, εκτς των λλων, και για το τι τον  χει ελεσει, τον ελεε, και θα τον ελεε συνεχς, σμφωνα με   το λγο Του, «εις τον αινα λεος οικοδομηθσεται» (Ψ. 88,3); Δεν πρπει να γνωρζει τι οι Ορθδοξοι χριστιανο απευθνουν προς τον Κριον Ιησον Χριστν τα λγια, «Παννχιον ημν την σην δοξολογαν χρισαι εις το υμνεν και ευλογεν και δοξζειν το πντιμον και μεγαλοπρεπς νομα σου, του Πατρς και του Υιο και του αγου Πνεματος, νυν και αε και εις τους αινας των αινων »; Δεν υπρχει εδ κατφορη αντφαση, αν κποιος, εν ζητει να του χαρσει ο Κριος την « Παννχιον δοξολογαν Του και μλιστα, νυν και αε και εις τους αινας των αινων», ο διος να   μη την εξασκε στην πρξη; σως μως ρωτσει κανες, αν κποιος χει την καλ συνθεια να   λει συνχεια, « Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο, ελησν με τον αμαρτωλ», μπορε να κνει   κποια αλλαγ στε αυτ η προσευχ του να εναι θεολογικ ακριβστερη, τελειτερη και ορθοδοξτερη; Και ββαια μπορε,   αν ββαια πιστεει τι ο Θες τον   χει ελεσει και τον ελεε. Μπορε εναλλακτικ να λει π.χ. « Κριε Ιησο Χριστ, Υι του Θεο, ταπενωσ με  τον αμαρτωλ», σμφωνα με το «ευφρανθεημεν ανθ’ ων ημερν εταπενωσας ημς » (Ψ.89,15). Αυτ μως δεν εναι εκολο να το λει, γιατ υπρχει κποιος ο οποος, επειδ ο  διος οτε μπορε οτε θλει να ταπεινωθε, τον εμποδζει να ταπειννεται. « Ο νον νοετω ». Ο Χριστς μως επε,  «…μθετε απ' εμο, τι προς ειμι  και ταπεινς τη καρδα…...» (Ματ. ια’,29). Συνεπς, ποιος θλει να ενδυθε το Χριστ, πρπει να ταπεινωθε. Διαφορετικ τα πργματα εναι σχημα, γιατ τον εξαπατ ο διβολος. Αλλ, ας μενουμε σ’ αυτ τα λγα, για να εναι εκολο να ξαναδιαβαστον.

 

 


12)  ;

Στην  δια την Αποκλυψη δεν μακαρζεται οτε αυτς που την ερμηνεει οτε αυτς που δεν μπορε να την ερμηνεσει, πως φανεται στο   εξς χωρο:  «μακριος ο αναγινσκων και οι α¬κοον¬τες τους λ¬γους  της  προφητεας   και  τηρον¬τες  τα  εν   αυτ   γε¬γραμμνα•   ο γαρ καιρς εγγς.» (Απ. α, 3).   Μπως λοιπν δεν     πρ¬πει να ανησυ¬χε κανες, επειδ δεν μπορε να εξηγσει την Α¬ποκ¬λυψη, και πρπει να αρκεται σ’ αυτν τα¬την την Αποκλυψη; Αν χρεια¬ζταν μαζ με την Αποκ¬λυψη να γνουν και εξηγ¬σεις, θα τις κανε ο διος ο Ιωννης, ως πιο κατλλη¬λος, αν θεω¬ρηθε αυτονητο τι ο Ιωννης κατενησε την Αποκ¬λυψη περισστερο απ τους αναγνστες της, μετ απ’ αυτν. 

μως ο Ιωννης δεν κανε εξγηση της Α¬πο¬κλυψης, επειδ ασφαλς δεν πρεπε. Ο Α¬πστολος Παλος γρφει σχετικ με τις απο¬καλψεις, «Καυχ¬σθαι δη ου συμφρει μοι ελεσο¬μαι γαρ εις οπτασας και αποκαλψεις Κυρου» (Β Κορ. ιβ, 1) και παρα¬κτω, «τι ηρπγη εις τον πα¬ρ¬δει¬σον και κου¬σεν ρρητα ρματα, α ουκ εξν ανθρπω λαλσαι.» (Β Κορ. ιβ, 4).
τσι λοιπν πρπει να ενεργον «οι επεγνο¬κτες την αλθειαν.» (Α Τιμ. δ, 3), πως ενργη¬σε και ο Ιωννης, ο οποος δεν δικρινε τον εαυτ του απ τους λλους, αλλ γρφει «Εγ Ιωννης, ο αδελφς υμν και συγκοινωνς εν τη θλψει και βα¬σιλεα και  υπομον  εν  Ιησο  Χριστ» (Απ. α,9).

Απ τα παραπνω συνγεται τι η δυνα¬ττητα εξγησης της Αποκλυψης δεν εναι αν¬θρπινο κατ¬ρθωμα, αλλ αποκλυψη για την Αποκλυψη. Εν η  αδυναμα εξγησης της Αποκλυψης εναι φυσικ επακλουθο της ανθρ¬πι¬νης αδυναμας, «τις γαρ γνω νουν Κυρου»; (Ρωμ. ια, 34). Αυτ πντως δε σημανει τι δεν πρπει να ερευν κανες τις Γραφς. Γι’ αυτ χει ερευ¬νηθε τσο πολ και  η  Αποκλυψη  και  θα   ερευνται   παρ’ λες   τις αδυναμες      εξγησης   ορισμνων σημεων της.   

 

 


13)  , ;

: ) , , , , , . ) , , , ί έ ( . , 13). ) , . ) , , , , ί, έ , ώ ό· ά , ό, ό ώ ( . , 2). ώ ό, ; , έ . , , . , ; ;

14)  ;

Αν και, ακμα και τα παιδι του Δημοτικο γνωρζουν τι δεν υπρχαν, ας  επιβεβαισουμε και εδ το  τι δεν υπρχαν. Αυτ δεν το λει κανες, επειδ τχα αυτς το ξρει, αλλ το λει η Αγα Γραφ με τα εξς λγια που δε χωρον αμφισβτηση. « Ατη η βίβλος γενέσεως ουρανο και γης, τε εγένετο· η ημέρᾳ εποίησε Κύριος ο Θες τον ουρανν και την γην….. και νθρωπος ουκ ην εργάζεσθαι αυτήν·……. και πλασεν ο Θες τον νθρωπον, χουν απ της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτο πνον ζως, και εγένετο ο νθρωπος εις ψυχν ζσαν » Γεν. β’,4-7 ).  Αφο λει  τι, « και νθρωπος ουκ ην εργάζεσθαι αυτήν », δηλαδ την γην,  ποιος θα πει τι υπρχε νθρωπος  στη γη πριν  απ τον Αδμ; Αφο  πρτος νθρωπος,  πως λει  και ο Απστολος Παλος,  εναι ο Αδμ, «εγ¬νετο ο πρτος νθρωπος Αδμ εις ψυχν ζσαν· ο σχατος Αδμ εις πνεμα ζωοποιον·» (Α Κορ. ιε, 45), ποιος θα  παρουσισει   λλον νθρωπο  πριν απ’ αυτν;
 


15)  , ;

Αν αυτς που λει αυτ δεν πιστεει στο Χριστ, χει ελαφρυντικ. Αν μως  το λει νας πιστς, πως και να το εννοε, δεν πρπει να το ξαναπε γιατ: α) Αν εννοε τι ο διος  δε μπορε να διορθωθε, δεν εναι σωστ, γιατ στηρζεται στις δικς του αδναμες  δυνμεις. β) Αν εννοε τι δε θλει να διορθωθε, δεν εναι σωστ, γιατ μπορε τρα να μη θλει, αλλ μελλοντικ να θελσει. γ) Αν εννοε τι οτε ο Χριστς μπορε να τον διορθσει, δεν εναι σωστ, γιατ προσβλλει τον διο το  Θε. δ)  Αν εννοε τι οτε λλοι χουν διορθωθε, δεν εναι σωστ, γιατ τον διαψεδουν χιλιδες περιπτσεις ανθρπων που διορθθηκαν.


16)  ;

χι, πως φανεται απ τα εξς λγια: « απ δε του ξύλου του γινώσκειν καλν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ᾿ αυτο· η δ᾿ αν ημέρα φάγητε απ᾿ αυτο, θανάτω αποθανεσθε »( Γεν. β’ 17). Αν αυτ  ταν εντολ για νηστεα, θα επρκειτο για να δνδρο που οι καρπο του θα αποτελοσαν κατλληλη  τροφ.  μως τοτο το ξλο   «του γινσκειν καλν και πονηρν»  δεν ταν  απαρατητο  για φαγητ. ρα  δεν πρκειται για εντολ  νηστεας. Η εντολ να μη φνε απ «του ξλου του γινσκειν καλν και πονηρν» και η προειδοποηση «η δ’ αν ημρα φγητε απ’ αυτο, θαντω αποθανεσθε », δεν εναι εντολ για νηστεα, γιατ νηστεα δε σημανει αποφυγ φαγητν που αν τα φει κανες θα πεθνει. ταν απαγορεεται να φει κανες κτι, αυτ δε σημανει τι πρκειται οπωσδποτε περ νηστεας, γιατ τσι θα επρκειτο περ νηστεας και, ταν απαγορεεται να φει κανες να θανατηφρο δηλητριο.

Παραπνω γινε λγος για την υλικ  τροφ. Επειδ μως νηστεα δεν εναι μνο η αποχ απ τροφς,  χωρς να ανατρψουμε τα παραπνω, μπορομε να πομε τι η εντολ στους πρωτπλαστους ταν εντολ υπακος. Ως εντολ μως υπακος εχε σαν συνπεια την υποταγ στο θλημα του Θεο πργμα που αποτελε νηστεα, δηλαδ περικοπ των δικν τους θελημτων. Μ’ αυτ την ννοια ταν εντολ νηστεας προκειμνου να κατορθσουν το «καθ’ ομοωσιν» υπακοοντας στο θλημα του Θεο. Αυτ μως δε σημανει τι εναι σωστ να ισχυρισθε κανες τι  επε ο Θες στους πρωτπλαστους να νηστεουν μσα στον παρδεισο, πως αναπτχτηκε παραπνω. Για να εγκωμιασθε η νηστεα δεν εναι ανγκη να την τοποθετε κανες με το ζρι μσα στον παρδεισο. Η νηστεα σχετζεται και με το πνθος, πως φανεται απ τα λγια του Κυρου, «μη δνανται οι υιο του νυμφνος πενθεν εφ’ σον χρνον μετ’ αυτν στιν ο νυμφος; Ελεσονται δε ημραι, ταν απαρθ απ’ αυτν ο νυμφος, και ττε νηστεσουσιν ». Στον παρδεισο μως οι πρωτπλαστοι δεν πενθοσαν, γιατ «μετ’ αυτν» ταν ο Θες. ξω μως απ τον παρδεισο τα πργματα λλαξαν, αλλ αυτ εναι λλο θμα.

 

 

 


17)  ;

Δο,  δηλαδ  σοι και οι Αδμ που εναι δο, ο πρτος και ο δετερος. « οτω και γέγραπται· εγένετο ο πρτος νθρωπος Αδμ εις ψυχν ζσαν· ο σχατος Αδμ εις πνεμα ζωοποιον» »( Α’ Κορ. ιε’, 45).« ο πρτος νθρωπος εκ γης χοκός, ο δεύτερος νθρωπος ο Κύριος εξ ουρανο» »( Α’ Κορ. ιε’, 47). Δεν υπρχει λλο εδος ανθρπου. Οι γγελοι και οι δαμονες δεν  εναι νθρωποι οτε νας νθρωπος μπορε να γνει γγελος δαμονας. ταν λγεται κτι ττοιο, δεν εναι οντολογικ αλλ σχηματικ 

 


18)  ;

Πνεμα  μαθητεας  εναι  το  χρισμα  του   Αγου   Πνεματος   το    οποο,   σε   ποιον   ββαια   το   δχεται  και  το  χει,   αποκαλπτει  τα  παρακτω,  και  χι  μνο, και  τον  ενδυναμνει, ταν   προσπαθε   να  τα  βινει:
α)  τι  νας  εναι ο  Καθηγητς, ο  Χριστς,  πως  επε  ο  διος,  « μηδ  κληθτε  καθηγητα∙  εις  γαρ  υμν  εστιν  ο  καθηγητς, ο Χριστς.» (Ματ. κγ’, 10  ).
β)  τι   , τι  και  να  γνωρζει, δεν  το  γνωρζει  πως  πρπει  να  το  γνωρζει,  σμφωνα  με  τα  λγια  του  Αποστλου  Παλου, « ει δε τις δοκε ειδναι τι, ουδπω ουδν γνωκε καθς δει γνναι˙»  (Α’ Κορ. η’,2 ).
γ)  τι, επειδ  δεν  εναι  αυτρκης,    χει  να  πρει  πολλ   και   απ  τη  σοφα  που  χει  δσει  ο  Θες  και  σε   λλους, πως  γρφει  ο  Πτρος για  τη  σοφα  του Παλου,  « καθς  και  ο  αγαπητς  ημν  αδελφς  Παλος  κατ  την  αυτ  δοθεσαν  σοφαν  γραψεν  υμν, »  (Β’ Πτρ. γ’, 15  ).
δ)  τι, αν  διδσκει  ο  διος,  πρπει  να χει  υπ’ ψη  του,   εκτς  των  λλων,  και  το,  «  ει  τις  λαλε,  ως  λγια  Θεο∙ » ( Α’ Πτρ. δ’, 11 ). Αυτ  για  να    αισθνεται  ως  μαθητς,  και να  μη  δχεται   μσα  του  καχηση, πως αναφρει   ο   Απστολος  Παλος, « τις γαρ σε διακρνει; Τι δε χεις ο ουκ λαβες; ει δε και λαβες, τι καυχσαι ως μη λαβν; » (Α’ Κορ. δ’, 7).

 


19)  , ;

Αυτ εξαρτται απ το ποιοι  θα εναι οι λλοι.  Αν  αυτο οι λλοι εναι δικτες του Χριστο, θα εναι και δικο σου δικτες σμφωνα με τα λγια του Κυρου, «ει εμ εδίωξαν, και υμς διώξουσιν »( Ιω. ιε’, 20). Αν μως οι λλοι αγαπον το Χριστ, ττε δε θα σε  φνε αλλ  θα σε βοηθσουν να φρεις το σταυρ σου πως και αυτο θα φρουν το δικ τους. Πντως  σε κθε περπτωση δε θα σε φει κανες, αν δεν το επιτρψει ο Θες.  Αν μως επιτρψει ο Θες να σε φνε, αυτ θα εναι για σνα στφανος δξης, γιατ θα συμμετχεις στο πθος του Κυρου και κατ συνπεια και στην Ανσταση Αυτο, « επερ συμπάσχομεν να και συνδοξασθμεν » ( Ρω. η’, 17).

 


20)  ;

Ασφαλς χει ελαφρυντικ, γιατ πργματι βρθηκε σε δσκολη θση με τις πισεις που δχτηκε.  μως, παρ’ λες τις διαφωνες του με τους Ιουδαους, σον αφορ στην καταδικαστικ απφαση, δεν εναι δυνατ να θεωρηθε και ανεθυνος. Χαρακτηριστικ εναι για το θμα αυτ τα λγια του Κυρου προς τον Πιλτο, «ουκ εχες εξουσαν ουδεμαν κατ’ εμο, ει μη ην σοι δεδομνον νωθεν δι τοτο ο παραδιδος με σοι μεζονα αμαρταν χει.» (Ιω. ιθ, 11). Τα λγια αυτ μεινουν μεν την ευθνη του Πιλτου ναντι της ευθνης των υπευθνων αρχντων των Ιουδαων, αλλ δεν την εκμηδενζουν κιλας. 




<<   >>