Sostika Logia
Θεολογικές Ερωτήσεις
Τελευταία Ενημέρωση : 27/9/2017



 
21) Γιατί ο Χριστός ονομάζεται Εμμανουήλ;
22) Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;
23) Η θέωση, κατά κυριολεξία και στο πλήρωμά της, σε τι αναφέρεται;
24) Η εγωλατρία είναι ειδωλολατρία;
25) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι κατόρθωσε στη ζωή αυτή τη θέωση;
26) Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί πώς θα αισθάνεται, όταν θα έχει πεθάνει;
27) Είναι θεολογικά ακριβής η προσευχή, Κύριε, φώτισε το σκότος της καρδιάς μου;
28) Πόσο χρόνο άραγε να έμειναν οι πρωτόπλαστοι στον παράδεισο;
29) Είναι σωστό να λέει κανείς για τον εαυτό του ότι είναι του Χριστού;
30) Το « γνώθι σαυτόν » είναι σοφόν;


<< Προηγούμενη Σελίδα   Επόμενη Σελίδα >>  



21) Γιατί ο Χριστός ονομάζεται Εμμανουήλ;

Ο Χριστός ονομάζεται  Εμμανουήλ, που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας,  γιατί ως άνθρωπος,, δηλαδή ο Υιός του ανθρώπου, έχει μέσα Του το πλήρωμα της Θεότητας, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς» (Κολ.β΄, 9). Έτσι φέρνει τους ανθρώπους κοντά στο  Θεό τους από τον Οποίον έχουν απομακρυνθεί. 

 


Αρχή

22) Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;

Και βέβαια η κότα έκανε το αυγό, γιατί ο Θεός δημιούργησε πρώτα «…..παν πετεινόν πτερωτόν κατά γένος……και ευλόγησεν αυτά ο Θεός, λέγων·…..και τα πετεινά πληθυνέσθωσαν επί της γης» ( Γεν. α’, 21-22). Αφού λοιπόν η κότα είναι πετεινό, για να «πληθυνθεί επί της γης», έκανε το αυγό.

Αρχή

23) Η θέωση, κατά κυριολεξία και στο πλήρωμά της, σε τι αναφέρεται;

Αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του  Χριστού  η οποία  ατρέπτως είναι θεωμένη λόγω της απόρρητης  ένωσης αυτής με τη θεία φύση Του. Αυτό τονίζεται χαρακτηριστικά στην  τελευταία γραμμή του παρακάτω Θεοτοκίου, «  Όρος Θεού πανάγιον, και λυχνίαν και στάμνον,  και κιβωτόν και τράπεζαν, ράβδον τε και πυρείον,  και      θείον θρόνον και πύλην,   και ναόν και παστάδα, υμνήσωμεν θεόφρονες, την αγνήν και Παρθένον,  εξ ης Θεός, σαρκωθείς ατρέπτως, και υπέρ φύσιν, εθέωσε το πρόσλημμα, απορρήτω ενώσει  ».


Αρχή

24) Η εγωλατρία είναι ειδωλολατρία;

Είναι και δεν είναι, γιατί η ειδωλολατρία προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου υπαρκτού αντικειμένου το οποίο θεοποιείται και λατρεύεται ως κάτι τι το θείον. Στην εγωλατρία όμως το αντικείμενο λατρείας, δηλαδή το εγώ, δεν είναι υπαρκτό αντικείμενο, αλλά ανύπαρκτο και ταυτίζεται με το μηδέν.  Έτσι η εγωλατρία, επειδή είναι λατρεία ανύπαρκτου αντικειμένου, μπορεί μεν να χαρακτηρισθεί ως ειδωλολατρία, αλλά ουσιαστικά είναι μία φρεναπάτη.  Το ότι το εγώ είναι μηδέν καταγράφεται και στην Αγία Γραφή όπως φαίνεται στα παρακάτω παραδείγματα:                         

α) «η υπό­στασίς μου ωσεί ουθέν ενώπιόν σου» (Ψ. 38,6).

β) «ει γαρ δοκεί  τις ειναί τι μηδέν ων, εαυ­τόν φρεναπα­τά.» (Γαλ.στ΄, 3).

γ) «Γέγονα άφρων καυ­χό­μενος! υμείς με ηναγκάσατε……ει και ουδέν ειμι.»(Β. Κορ. ιβ΄, 11).

δ) «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χρι­στός.» (Γαλ.β΄, 2).

ε) «εκείνον δει αυ­ξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι.» (Ιω. γ΄, 30).


Αρχή

25) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι κατόρθωσε στη ζωή αυτή τη θέωση;

Όχι, γιατί τον διαψεύδει ο Ιωάννης ο Θεολόγος με τα εξής λόγια, « Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστι »( Α’ Ιω. γ’, 2).  Αφού   «ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα» τότε,  πώς θα πει κάποιος από τώρα για τον εαυτό του  ότι  έγινε   θεός κατά χάριν;  Τον διαψεύδει επίσης και ο Απόστολος Παύλος με τα εξής λόγια, «  αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι »( Φιλ. γ’, 13). Αφού ούτε ο Απόστολος Παύλος  είπε  για τον εαυτό του ότι   έγινε  θεός κατά χάριν, πώς θα το πει κάποιος άλλος;   Ας μη μεγαλαυχεί λοιπόν κανείς στη ζωή αυτή. Ας κοιτάει τα χάλια του, και ας δηλώνει ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός. Ας έχει φρόνηση σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, « Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού,  ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ »( Φιλ. β’, 5- 6 ).   Πώς   θα πει  κάποιος από τώρα για τον εαυτό του  ότι  έγινε   θεός κατά χάριν,   όταν τον  Ίδιο  το Χριστό τον ονομάζει  Θεάνθρωπο και όχι  Θεόθεο;


Αρχή

26) Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί πώς θα αισθάνεται, όταν θα έχει πεθάνει;

Όχι ακριβώς, γιατί τότε, και μέχρι την ανάσταση των νεκρών, ό, τι θα αισθάνεται, θα το αισθάνεται ως πνεύμα μόνο, γιατί το σώμα θα έχει διαλυθεί. Τώρα όμως που η ψυχή με το σώμα είναι ενωμένα τα δύο σε ένα, υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ τους, και δεν είναι δυνατό να αισθανθεί ο άνθρωπος ακριβώς πώς θα αισθάνεται τότε, γιατί τώρα δεν είναι μόνο πνεύμα. Τώρα στον άνθρωπο ψυχή και σώμα αρμονικά του είναι ενωμένα, και τίποτα δε γίνεται μόνο από το ένα. Ότι κι’ αν κάνει η ψυχή, το σώμα συμμετέχει, χαρά η λύπη γεύεται, ό, τι αυτή κι’ αν έχει. Τώρα μπορεί να πει κανείς: α) από την πλευρά της ψυχής, « καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει » ( Παρ. ιε’, 13). β) Από την πλευρά του σώματος, « ευφράνθη γαρ το πνεύμά μου εν τω ψάλλειν » (Ωδή γ’. Ήχος β’. Ειρμός ). γ) Από την πλευρά και των δύο, « η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα »( Ψ. 83,3 ).

Αρχή

27) Είναι θεολογικά ακριβής η προσευχή, Κύριε, φώτισε το σκότος της καρδιάς μου;

Όχι, γιατί το σκοτάδι δε φωτίζεται αλλά εξαφανίζεται. Φωτίζεται κάτι που υπάρχει και λέγεται πλέον φωτεινό. Φωτεινό σκοτάδι όμως δεν υπάρχει, γιατί « το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν » (Ιω. α’,5). Το ακριβές λοιπόν είναι, Κύριε, διώξε το σκότος της καρδιάς μου ή ακόμη καλλίτερα, η γνωστή προσευχή « Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν………….»

Αρχή

28) Πόσο χρόνο άραγε να έμειναν οι πρωτόπλαστοι στον παράδεισο;

Μάλλον πολύ λίγο για τους παρακάτω λόγους:

α) Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία  στην Αγία Γραφή που να ενισχύει την άποψη ότι έμειναν πολύ χρόνο στον παράδεισο.

β) Ο διάβολος, κινούμενος από κακία και πονηρία, έσπευσε  αμέσως να εξαπατήσει την Εύα, γιατί  δεν είχε κανένα λόγο να καθυστερήσει.

γ) Δεν αναφέρεται στη Γραφή, αν πρόλαβαν καν να φάνε από τα άλλα δένδρα του παραδείσου, σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, «   ιδού δέδωκα υμίν πάντα χόρτον σπόριμον σπείρον σπέρμα, ο έστιν επάνω πάσης της γης, και παν ξύλον, ο έχει εν εαυτώ καρπόν σπέρματος σπορίμου, υμίν έσται εις βρώσιν »( Γεν. α’, 29).

δ) Δεν πρόλαβαν να συνέλθουν ως σύζυγοι σύμφωνα με την εντολή του Θεού, « αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην…..» ( Γεν. α’, 28).

ε) Αν είχαν μείνει πολύ  χρόνο στον παράδεισο, θα είχαν αποκτήσει παιδιά, γιατί  δεν υπήρχε  κανένας λόγος να καθυστερούν. 

 

 


Αρχή

29) Είναι σωστό να λέει κανείς για τον εαυτό του ότι είναι του Χριστού;

Εάν πράγματι είναι του Χριστού και δε λέει ψέματα, δεν είναι λάθος να το λέει. Πώς όμως μπορεί κανείς να είναι  σίγουρος ότι αυτός είναι του Χριστού; Αρκεί άραγε να το δηλώνει ο ίδιος σύμφωνα με το λεγόμενο, ο καθένας είναι ό, τι δηλώνει;   Δεν φαίνεται αυτό λίγο επιπόλαιο;    Ο Απόστολος Παύλος γράφει, « ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού »( Α’ Κο.δ’,5).Το βέβαιο  λοιπόν είναι όχι το τι λέει ο καθένας για τον εαυτό  του, αλλά τι λέει ο Κύριος σύμφωνα και με το, «έγνω Κύριος τους όντας αυτού» ( Β’ Τιμ. β’,19). Πάντως και σίγουρος να είναι κανείς ότι είναι του Χριστού, πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλοι που και αυτοί είναι του  Χριστού, όπως γράφει  ο Απόστολος Παύλος, « ει τις πέποιθεν εαυτώ Χριστού είναι, τούτο λογιζέσθω πάλιν αφ᾿ εαυτού, ότι καθώς αυτός Χριστού, ούτω και ημείς Χριστού.»( Β’ Κο. ι’, 7).

 


Αρχή

30) Το « γνώθι σαυτόν » είναι σοφόν;

Και βέβαια είναι, αλλά ως προτροπή και συμβουλή που είναι, δεν είναι η διαπίστωση μιας πραγματικότητας. Έτσι έχει ανάγκη και από το άλλο σοφόν, δηλαδή το «Γηράσκω αεί διδασκόμενος». Πώς θα γίνει πραγματικότητα το  « γνώθι σαυτόν »,  αν ο άνθρωπος δεν είναι διδασκόμενος και δεν έχει πνεύμα μαθητείας; Πώς θα διδάσκεται όμως άνευ διδάσκοντος; Ποιος όμως είναι αυτός ο διδάσκων που θα του διδάξει τη γνώση του εαυτού του;  « τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ »( Α’ Κορ. β’, 11); Μόνο το Πνεύμα της Αληθείας μπορεί να τον οδηγήσει στη γνώση της αλήθειας για τον εαυτό του και όχι μόνο. Η πραγμάτωση λοιπόν του  « γνώθι σαυτόν » δεν είναι  ανθρώπινο κατόρθωμα, χωρίς αυτό βέβαια   να  αποκλείει   την ανθρώπινη προσπάθεια  και έρευνα  για τη γνώση της αλήθειας. Επειδή όμως ο Χριστός είναι η Αλήθεια και το  « γνώθι σαυτόν » είναι αποτέλεσμα   της γνώσης  της αλήθειας, συνεπάγεται ότι  το  « γνώθι σαυτόν » προϋποθέτει  το «γνώθι τον Χριστόν».  Αυτή η γνώση του Χριστού ταυτίζεται με την αιώνιο ζωή σύμφωνα με τα λόγια Του, « αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκουσί  σε τον μόνον   αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν » (Ιω. ιζ’, 3).  Σοφόν λοιπόν το « γνώθι σαυτόν », αλλά αυτό είναι συνέπεια του  «γνώθι τον Χριστόν». 

 


Αρχή



<< Προηγούμενη Σελίδα   Επόμενη Σελίδα >>