Sostika Logia
Θεολογικές Ερωτήσεις
Τελευταία Ενημέρωση : 13/4/2019



 
21) Θεολογικά πόσα είδη ανθρώπων υπάρχουν;
22) Τι είναι το πνεύμα μαθητείας;
23) Αν πας με το σταυρό στο χέρι, θα σε φάνε οι άλλοι;
24) Έχει ελαφρυντικά ο Πιλάτος που καταδίκασε το Χριστό;
25) Γιατί ο Χριστός ονομάζεται Εμμανουήλ;
26) Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;
27) Η θέωση, κατά κυριολεξία και στο πλήρωμά της, σε τι αναφέρεται;
28) Η εγωλατρία είναι ειδωλολατρία;
29) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι κατόρθωσε στη ζωή αυτή τη θέωση;
30) Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί πώς θα αισθάνεται, όταν θα έχει πεθάνει;


<< Προηγούμενη Σελίδα   Επόμενη Σελίδα >>  



21) Θεολογικά πόσα είδη ανθρώπων υπάρχουν;

Δύο,  δηλαδή  όσοι και οι Αδάμ που είναι δύο, ο πρώτος και ο δεύτερος. « ούτω και γέγραπται· εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν» »( Α’ Κορ. ιε’, 45).« ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» »( Α’ Κορ. ιε’, 47). Δεν υπάρχει άλλο είδος ανθρώπου. Οι άγγελοι και οι δαίμονες δεν  είναι άνθρωποι ούτε ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος ή δαίμονας. Όταν λέγεται κάτι τέτοιο, δεν είναι οντολογικό αλλά σχηματικό 

 


Αρχή

22) Τι είναι το πνεύμα μαθητείας;

Πνεύμα  μαθητείας  είναι  το  χάρισμα  του   Αγίου   Πνεύματος   το    οποίο,   σε   όποιον   βέβαια   το   δέχεται  και  το  έχει,   αποκαλύπτει  τα  παρακάτω,  και  όχι  μόνο, και  τον  ενδυναμώνει, όταν   προσπαθεί   να  τα  βιώνει:
α)  Ότι  ένας  είναι ο  Καθηγητής, ο  Χριστός,  όπως  είπε  ο  Ίδιος,  « μηδέ  κληθήτε  καθηγηταί∙  εις  γαρ  υμών  εστιν  ο  καθηγητής, ο Χριστός.» (Ματ. κγ’, 10  ).
β)  Ότι   ό, τι  και  να  γνωρίζει, δεν  το  γνωρίζει  όπως  πρέπει  να  το  γνωρίζει,  σύμφωνα  με  τα  λόγια  του  Αποστόλου  Παύλου, « ει δε τις δοκεί ειδέναι τι, ουδέπω ουδέν έγνωκε καθώς δει γνώναι˙»  (Α’ Κορ. η’,2 ).
γ)  Ότι, επειδή  δεν  είναι  αυτάρκης,    έχει  να  πάρει  πολλά   και   από  τη  σοφία  που  έχει  δώσει  ο  Θεός  και  σε   άλλους, όπως  γράφει  ο  Πέτρος για  τη  σοφία  του Παύλου,  « καθώς  και  ο  αγαπητός  ημών  αδελφός  Παύλος  κατά  την  αυτώ  δοθείσαν  σοφίαν  έγραψεν  υμίν, »  (Β’ Πέτρ. γ’, 15  ).
δ)  Ότι, αν  διδάσκει  ο  ίδιος,  πρέπει  να έχει  υπ’ όψη  του,   εκτός  των  άλλων,  και  το,  «  ει  τις  λαλεί,  ως  λόγια  Θεού∙ » ( Α’ Πέτρ. δ’, 11 ). Αυτό  για  να    αισθάνεται  ως  μαθητής,  και να  μη  δέχεται   μέσα  του  καύχηση, όπως αναφέρει   ο   Απόστολος  Παύλος, « τις γαρ σε διακρίνει; Τι δε έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών; » (Α’ Κορ. δ’, 7).

 


Αρχή

23) Αν πας με το σταυρό στο χέρι, θα σε φάνε οι άλλοι;

Αυτό εξαρτάται από το ποιοι  θα είναι οι άλλοι.  Αν  αυτοί οι άλλοι είναι διώκτες του Χριστού, θα είναι και δικοί σου διώκτες σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, «ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν »( Ιω. ιε’, 20). Αν όμως οι άλλοι αγαπούν το Χριστό, τότε δε θα σε  φάνε αλλά  θα σε βοηθήσουν να φέρεις το σταυρό σου όπως και αυτοί θα φέρουν το δικό τους. Πάντως  σε κάθε περίπτωση δε θα σε φάει κανείς, αν δεν το επιτρέψει ο Θεός.  Αν όμως επιτρέψει ο Θεός να σε φάνε, αυτό θα είναι για σένα στέφανος δόξης, γιατί θα συμμετέχεις στο πάθος του Κυρίου και κατά συνέπεια και στην Ανάσταση Αυτού, « είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν » ( Ρω. η’, 17).

 


Αρχή

24) Έχει ελαφρυντικά ο Πιλάτος που καταδίκασε το Χριστό;

Ασφαλώς έχει ελαφρυντικά, γιατί πράγματι βρέθηκε σε δύσκολη θέση με τις πιέσεις που δέχτηκε.  Όμως, παρ’ όλες τις διαφωνίες του με τους Ιουδαίους, όσον αφορά στην καταδικαστική απόφαση, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί και ανεύθυνος. Χαρακτηριστικά είναι για το θέμα αυτό τα λόγια του Κυρίου προς τον Πιλάτο, «ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ’ εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν διά τούτο ο παραδιδούς με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει.» (Ιω. ιθ΄, 11). Τα λόγια αυτά μειώνουν μεν την ευθύνη του Πιλάτου έναντι της ευθύνης των υπευθύνων αρχόντων των Ιουδαίων, αλλά δεν την εκμηδενίζουν κιόλας. 


Αρχή

25) Γιατί ο Χριστός ονομάζεται Εμμανουήλ;

Ο Χριστός ονομάζεται  Εμμανουήλ, που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας,  γιατί ως άνθρωπος,, δηλαδή ο Υιός του ανθρώπου, έχει μέσα Του το πλήρωμα της Θεότητας, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς» (Κολ.β΄, 9). Έτσι φέρνει τους ανθρώπους κοντά στο  Θεό τους από τον Οποίον έχουν απομακρυνθεί. 

 


Αρχή

26) Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;

Και βέβαια η κότα έκανε το αυγό, γιατί ο Θεός δημιούργησε πρώτα «…..παν πετεινόν πτερωτόν κατά γένος……και ευλόγησεν αυτά ο Θεός, λέγων·…..και τα πετεινά πληθυνέσθωσαν επί της γης» ( Γεν. α’, 21-22). Αφού λοιπόν η κότα είναι πετεινό, για να «πληθυνθεί επί της γης», έκανε το αυγό.

Αρχή

27) Η θέωση, κατά κυριολεξία και στο πλήρωμά της, σε τι αναφέρεται;

Αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του  Χριστού  η οποία  ατρέπτως είναι θεωμένη λόγω της απόρρητης  ένωσης αυτής με τη θεία φύση Του. Αυτό τονίζεται χαρακτηριστικά στην  τελευταία γραμμή του παρακάτω Θεοτοκίου, «  Όρος Θεού πανάγιον, και λυχνίαν και στάμνον,  και κιβωτόν και τράπεζαν, ράβδον τε και πυρείον,  και      θείον θρόνον και πύλην,   και ναόν και παστάδα, υμνήσωμεν θεόφρονες, την αγνήν και Παρθένον,  εξ ης Θεός, σαρκωθείς ατρέπτως, και υπέρ φύσιν, εθέωσε το πρόσλημμα, απορρήτω ενώσει  ».


Αρχή

28) Η εγωλατρία είναι ειδωλολατρία;

Είναι και δεν είναι, γιατί η ειδωλολατρία προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου υπαρκτού αντικειμένου το οποίο θεοποιείται και λατρεύεται ως κάτι τι το θείον. Στην εγωλατρία όμως το αντικείμενο λατρείας, δηλαδή το εγώ, δεν είναι υπαρκτό αντικείμενο, αλλά ανύπαρκτο και ταυτίζεται με το μηδέν.  Έτσι η εγωλατρία, επειδή είναι λατρεία ανύπαρκτου αντικειμένου, μπορεί μεν να χαρακτηρισθεί ως ειδωλολατρία, αλλά ουσιαστικά είναι μία φρεναπάτη.  Το ότι το εγώ είναι μηδέν καταγράφεται και στην Αγία Γραφή όπως φαίνεται στα παρακάτω παραδείγματα:                         

α) «η υπό­στασίς μου ωσεί ουθέν ενώπιόν σου» (Ψ. 38,6).

β) «ει γαρ δοκεί  τις ειναί τι μηδέν ων, εαυ­τόν φρεναπα­τά.» (Γαλ.στ΄, 3).

γ) «Γέγονα άφρων καυ­χό­μενος! υμείς με ηναγκάσατε……ει και ουδέν ειμι.»(Β. Κορ. ιβ΄, 11).

δ) «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χρι­στός.» (Γαλ.β΄, 2).

ε) «εκείνον δει αυ­ξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι.» (Ιω. γ΄, 30).


Αρχή

29) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι κατόρθωσε στη ζωή αυτή τη θέωση;

Όχι, γιατί τον διαψεύδει ο Ιωάννης ο Θεολόγος με τα εξής λόγια, « Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστι »( Α’ Ιω. γ’, 2).  Αφού   «ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα» τότε,  πώς θα πει κάποιος από τώρα για τον εαυτό του  ότι  έγινε   θεός κατά χάριν;  Τον διαψεύδει επίσης και ο Απόστολος Παύλος με τα εξής λόγια, «  αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι »( Φιλ. γ’, 13). Αφού ούτε ο Απόστολος Παύλος  είπε  για τον εαυτό του ότι   έγινε  θεός κατά χάριν, πώς θα το πει κάποιος άλλος;   Ας μη μεγαλαυχεί λοιπόν κανείς στη ζωή αυτή. Ας κοιτάει τα χάλια του, και ας δηλώνει ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός. Ας έχει φρόνηση σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, « Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού,  ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ »( Φιλ. β’, 5- 6 ).   Πώς   θα πει  κάποιος από τώρα για τον εαυτό του  ότι  έγινε   θεός κατά χάριν,   όταν τον  Ίδιο  το Χριστό τον ονομάζει  Θεάνθρωπο και όχι  Θεόθεο;


Αρχή

30) Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί πώς θα αισθάνεται, όταν θα έχει πεθάνει;

Όχι ακριβώς, γιατί τότε, και μέχρι την ανάσταση των νεκρών, ό, τι θα αισθάνεται, θα το αισθάνεται ως πνεύμα μόνο, γιατί το σώμα θα έχει διαλυθεί. Τώρα όμως που η ψυχή με το σώμα είναι ενωμένα τα δύο σε ένα, υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ τους, και δεν είναι δυνατό να αισθανθεί ο άνθρωπος ακριβώς πώς θα αισθάνεται τότε, γιατί τώρα δεν είναι μόνο πνεύμα. Τώρα στον άνθρωπο ψυχή και σώμα αρμονικά του είναι ενωμένα, και τίποτα δε γίνεται μόνο από το ένα. Ότι κι’ αν κάνει η ψυχή, το σώμα συμμετέχει, χαρά η λύπη γεύεται, ό, τι αυτή κι’ αν έχει. Τώρα μπορεί να πει κανείς: α) από την πλευρά της ψυχής, « καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει » ( Παρ. ιε’, 13). β) Από την πλευρά του σώματος, « ευφράνθη γαρ το πνεύμά μου εν τω ψάλλειν » (Ωδή γ’. Ήχος β’. Ειρμός ). γ) Από την πλευρά και των δύο, « η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα »( Ψ. 83,3 ).

Αρχή



<< Προηγούμενη Σελίδα   Επόμενη Σελίδα >>