Sostika Logia
Θεολογικές Ερωτήσεις
Τελευταία Ενημέρωση : 16/2/2020



 
31) Η εγωλατρία είναι ειδωλολατρία;
32) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι κατόρθωσε στη ζωή αυτή τη θέωση;
33) Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί πώς θα αισθάνεται, όταν θα έχει πεθάνει;
34) Είναι θεολογικά ακριβής η προσευχή, Κύριε, φώτισε το σκότος της καρδιάς μου;
35) Πόσο χρόνο άραγε να έμειναν οι πρωτόπλαστοι στον παράδεισο;
36) Είναι σωστό να λέει κανείς για τον εαυτό του ότι είναι του Χριστού;
37) Το « γνώθι σαυτόν » είναι σοφόν;
38) Είναι θεολογικά σωστό να λέει κανείς ότι σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε άγιοι;
39) Είναι σωστή η φράση, « η αρπαγή της Εκκλησίας »;
40) Αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη κάποια σχέση μεταξύ Ιουδαίων και Σπαρτιατών;


<< Προηγούμενη Σελίδα   Επόμενη Σελίδα >>  



31) Η εγωλατρία είναι ειδωλολατρία;

Είναι και δεν είναι, γιατί η ειδωλολατρία προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου υπαρκτού αντικειμένου το οποίο θεοποιείται και λατρεύεται ως κάτι τι το θείον. Στην εγωλατρία όμως το αντικείμενο λατρείας, δηλαδή το εγώ, δεν είναι υπαρκτό αντικείμενο, αλλά ανύπαρκτο και ταυτίζεται με το μηδέν.  Έτσι η εγωλατρία, επειδή είναι λατρεία ανύπαρκτου αντικειμένου, μπορεί μεν να χαρακτηρισθεί ως ειδωλολατρία, αλλά ουσιαστικά είναι μία φρεναπάτη.  Το ότι το εγώ είναι μηδέν καταγράφεται και στην Αγία Γραφή όπως φαίνεται στα παρακάτω παραδείγματα:                         

α) «η υπό­στασίς μου ωσεί ουθέν ενώπιόν σου» (Ψ. 38,6).

β) «ει γαρ δοκεί  τις ειναί τι μηδέν ων, εαυ­τόν φρεναπα­τά.» (Γαλ.στ΄, 3).

γ) «Γέγονα άφρων καυ­χό­μενος! υμείς με ηναγκάσατε……ει και ουδέν ειμι.»(Β. Κορ. ιβ΄, 11).

δ) «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χρι­στός.» (Γαλ.β΄, 2).

ε) «εκείνον δει αυ­ξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι.» (Ιω. γ΄, 30).


Αρχή

32) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι κατόρθωσε στη ζωή αυτή τη θέωση;

Όχι, γιατί τον διαψεύδει ο Ιωάννης ο Θεολόγος με τα εξής λόγια, « Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστι »( Α’ Ιω. γ’, 2).  Αφού   «ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα» τότε,  πώς θα πει κάποιος από τώρα για τον εαυτό του  ότι  έγινε   θεός κατά χάριν;  Τον διαψεύδει επίσης και ο Απόστολος Παύλος με τα εξής λόγια, «  αδελφοί, εγώ εμαυτόν ούπω λογίζομαι κατειληφέναι »( Φιλ. γ’, 13). Αφού ούτε ο Απόστολος Παύλος  είπε  για τον εαυτό του ότι   έγινε  θεός κατά χάριν, πώς θα το πει κάποιος άλλος;   Ας μη μεγαλαυχεί λοιπόν κανείς στη ζωή αυτή. Ας κοιτάει τα χάλια του, και ας δηλώνει ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός. Ας έχει φρόνηση σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, « Τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού,  ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ »( Φιλ. β’, 5- 6 ).   Πώς   θα πει  κάποιος από τώρα για τον εαυτό του  ότι  έγινε   θεός κατά χάριν,   όταν τον  Ίδιο  το Χριστό τον ονομάζει  Θεάνθρωπο και όχι  Θεόθεο;


Αρχή

33) Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί πώς θα αισθάνεται, όταν θα έχει πεθάνει;

Όχι ακριβώς, γιατί τότε, και μέχρι την ανάσταση των νεκρών, ό, τι θα αισθάνεται, θα το αισθάνεται ως πνεύμα μόνο, γιατί το σώμα θα έχει διαλυθεί. Τώρα όμως που η ψυχή με το σώμα είναι ενωμένα τα δύο σε ένα, υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ τους, και δεν είναι δυνατό να αισθανθεί ο άνθρωπος ακριβώς πώς θα αισθάνεται τότε, γιατί τώρα δεν είναι μόνο πνεύμα. Τώρα στον άνθρωπο ψυχή και σώμα αρμονικά του είναι ενωμένα, και τίποτα δε γίνεται μόνο από το ένα. Ότι κι’ αν κάνει η ψυχή, το σώμα συμμετέχει, χαρά η λύπη γεύεται, ό, τι αυτή κι’ αν έχει. Τώρα μπορεί να πει κανείς: α) από την πλευρά της ψυχής, « καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει » ( Παρ. ιε’, 13). β) Από την πλευρά του σώματος, « ευφράνθη γαρ το πνεύμά μου εν τω ψάλλειν » (Ωδή γ’. Ήχος β’. Ειρμός ). γ) Από την πλευρά και των δύο, « η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα »( Ψ. 83,3 ).

Αρχή

34) Είναι θεολογικά ακριβής η προσευχή, Κύριε, φώτισε το σκότος της καρδιάς μου;

Όχι, γιατί το σκοτάδι δε φωτίζεται αλλά εξαφανίζεται. Φωτίζεται κάτι που υπάρχει και λέγεται πλέον φωτεινό. Φωτεινό σκοτάδι όμως δεν υπάρχει, γιατί « το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν » (Ιω. α’,5). Το ακριβές λοιπόν είναι, Κύριε, διώξε το σκότος της καρδιάς μου ή ακόμη καλλίτερα, η γνωστή προσευχή « Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν………….»

Αρχή

35) Πόσο χρόνο άραγε να έμειναν οι πρωτόπλαστοι στον παράδεισο;

Μάλλον πολύ λίγο για τους παρακάτω λόγους:

α) Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία  στην Αγία Γραφή που να ενισχύει την άποψη ότι έμειναν πολύ χρόνο στον παράδεισο.

β) Ο διάβολος, κινούμενος από κακία και πονηρία, έσπευσε  αμέσως να εξαπατήσει την Εύα, γιατί  δεν είχε κανένα λόγο να καθυστερήσει.

γ) Δεν αναφέρεται στη Γραφή, αν πρόλαβαν καν να φάνε από τα άλλα δένδρα του παραδείσου, σύμφωνα με τα λόγια του Θεού, «   ιδού δέδωκα υμίν πάντα χόρτον σπόριμον σπείρον σπέρμα, ο έστιν επάνω πάσης της γης, και παν ξύλον, ο έχει εν εαυτώ καρπόν σπέρματος σπορίμου, υμίν έσται εις βρώσιν »( Γεν. α’, 29).

δ) Δεν πρόλαβαν να συνέλθουν ως σύζυγοι σύμφωνα με την εντολή του Θεού, « αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην…..» ( Γεν. α’, 28).

ε) Αν είχαν μείνει πολύ  χρόνο στον παράδεισο, θα είχαν αποκτήσει παιδιά, γιατί  δεν υπήρχε  κανένας λόγος να καθυστερούν. 

 

 


Αρχή

36) Είναι σωστό να λέει κανείς για τον εαυτό του ότι είναι του Χριστού;

Εάν πράγματι είναι του Χριστού και δε λέει ψέματα, δεν είναι λάθος να το λέει. Πώς όμως μπορεί κανείς να είναι  σίγουρος ότι αυτός είναι του Χριστού; Αρκεί άραγε να το δηλώνει ο ίδιος σύμφωνα με το λεγόμενο, ο καθένας είναι ό, τι δηλώνει;   Δεν φαίνεται αυτό λίγο επιπόλαιο;    Ο Απόστολος Παύλος γράφει, « ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού »( Α’ Κο.δ’,5).Το βέβαιο  λοιπόν είναι όχι το τι λέει ο καθένας για τον εαυτό  του, αλλά τι λέει ο Κύριος σύμφωνα και με το, «έγνω Κύριος τους όντας αυτού» ( Β’ Τιμ. β’,19). Πάντως και σίγουρος να είναι κανείς ότι είναι του Χριστού, πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλοι που και αυτοί είναι του  Χριστού, όπως γράφει  ο Απόστολος Παύλος, « ει τις πέποιθεν εαυτώ Χριστού είναι, τούτο λογιζέσθω πάλιν αφ᾿ εαυτού, ότι καθώς αυτός Χριστού, ούτω και ημείς Χριστού.»( Β’ Κο. ι’, 7).

 


Αρχή

37) Το « γνώθι σαυτόν » είναι σοφόν;

Και βέβαια είναι, αλλά ως προτροπή και συμβουλή που είναι, δεν είναι η διαπίστωση μιας πραγματικότητας. Έτσι έχει ανάγκη και από το άλλο σοφόν, δηλαδή το «Γηράσκω αεί διδασκόμενος». Πώς θα γίνει πραγματικότητα το  « γνώθι σαυτόν »,  αν ο άνθρωπος δεν είναι διδασκόμενος και δεν έχει πνεύμα μαθητείας; Πώς θα διδάσκεται όμως άνευ διδάσκοντος; Ποιος όμως είναι αυτός ο διδάσκων που θα του διδάξει τη γνώση του εαυτού του;  « τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ »( Α’ Κορ. β’, 11); Μόνο το Πνεύμα της Αληθείας μπορεί να τον οδηγήσει στη γνώση της αλήθειας για τον εαυτό του και όχι μόνο. Η πραγμάτωση λοιπόν του  « γνώθι σαυτόν » δεν είναι  ανθρώπινο κατόρθωμα, χωρίς αυτό βέβαια   να  αποκλείει   την ανθρώπινη προσπάθεια  και έρευνα  για τη γνώση της αλήθειας. Επειδή όμως ο Χριστός είναι η Αλήθεια και το  « γνώθι σαυτόν » είναι αποτέλεσμα   της γνώσης  της αλήθειας, συνεπάγεται ότι  το  « γνώθι σαυτόν » προϋποθέτει  το «γνώθι τον Χριστόν».  Αυτή η γνώση του Χριστού ταυτίζεται με την αιώνιο ζωή σύμφωνα με τα λόγια Του, « αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκουσί  σε τον μόνον   αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν » (Ιω. ιζ’, 3).  Σοφόν λοιπόν το « γνώθι σαυτόν », αλλά αυτό είναι συνέπεια του  «γνώθι τον Χριστόν». 

 


Αρχή

38) Είναι θεολογικά σωστό να λέει κανείς ότι σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε άγιοι;

Αυτό μπορεί να το λέει κανείς μόνο για τον εαυτό του,  αν βέβαια έχει θέσει ως σκοπό της ζωής του να γίνει άγιος. Για τους άλλους όμως δεν είναι σωστό να το λέει, γιατί ο καθένας  έχει το δικό του σκοπό και δεν επιτρέπεται κάποιος άλλος να του τον υποδεικνύει  ή να του τον επιβάλλει.
Ο Απόστολος Παύλος, για παράδειγμα, είχε ως σκοπό  της ζωής του να κερδίσει το Χριστό, σύμφωνα  με τα λόγια του, « αλλά μενούνγε και ηγούμαι πάντα ζημίαν είναι διά το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού του Κυρίου μου, δι' ον τα πάντα εζημιώθην, και ηγούμαι σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω »(Φιλ. γ’, 8).  Μάλιστα δε αυτόν τον σκοπό τον πέτυχε, σύμφωνα πάλι με τα λόγια του, «  ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός » (Γαλ. β’, 20). Δε λέει για τον εαυτό του ότι είχα σκοπό στη ζωή μου να γίνω άγιος και τώρα τον πέτυχα, γιατί έγινα άγιος.  Μιλάει βέβαια για τον αγιασμό, αλλά τον αγιασμό τον θέτει ως αναγκαία προϋπόθεση  για να δει κανείς τον Κύριο, όπως φαίνεται από τα εξής λόγια του, «  Ειρήνην διώκετε μετά πάντων, και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον »( Εβρ. ιβ’, 14). Ένας όμως που  λέει ότι έχει ως σκοπό στη ζωή του να γίνει άγιος,  αν γίνει, θα  πρέπει να πει,  τώρα πέτυχα το σκοπό μου, γιατί έγινα άγιος.
Ασφαλώς εδώ θα πει κάποιος ότι,  το ότι το να κερδίσει κανείς το Χριστό είναι ο σκοπός του  και ο αγιασμός προϋπόθεση, αυτό εννοείται.  Γιατί όμως να  αποκρύβεται  και να εννοείται ο πραγματικός σκοπός που είναι ο Χριστός; Γιατί  να ονομάζεται σκοπός η προϋπόθεση του σκοπού, δηλαδή ο αγιασμός;  Υπάρχει κάποιος λόγος;  Είναι σωστό να έχει κανείς ως σκοπό τον αγιασμό και όχι τον αγιάζοντα αυτόν, αφού, « ο τε γαρ αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες »(Εβρ. β’, 11);
Αυτός είναι σαν να ακούει στην πόρτα της καρδιάς του το Χριστό να λέει, « ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού »(Απ. γ’, 20), και  αντί να πει, έλα Κύριε Ιησού Χριστέ, «  έρχου, Κύριε Ιησού» (Απ. κβ’, 20), του λέει, δώσε μου το φαγητό να φάω μόνος  μου ή με την   παρέα που έχω στην  καρδιά μου,  και εσύ συνέχισε να χτυπάς την πόρτα.  Αυτός  θυμίζει τον άσωτο υιό ο οποίος ήθελε την περιουσία και όχι την παρουσία του Πατέρα μέχρι που τον έκοψε η πείνα και έκανε αυτό που έκανε.
Αν  λοιπόν δεν έχει κανείς σκοπό να γνωρίσει τον « μόνον Άγιον και τον μόνον Κύριον  Ιησούν Χριστόν »,  δε  μπορεί να γίνει άγιος.  Τους αγίους της Εκκλησίας τους ανέδειξε ο Θεός, επειδή αγάπησαν το Χριστό σύμφωνα με τα λόγια Του, « αυτός γαρ ο πατήρ φιλεί υμάς, ότι υμείς εμέ πεφιλήκατε, και πεπιστεύκατε ότι εγώ παρά του Θεού εξήλθον »( Ιω. ιστ’, 27).   Πάντως, αν κάποιος  έχει  ως σκοπό στη ζωή του  να γίνει άγιος, καλό έργο επιτελεί, αλλά αν έχει  υπ’ όψη του και τα παραπάνω, θα το επιτελέσει καλλίτερα. 

 


Αρχή

39) Είναι σωστή η φράση, « η αρπαγή της Εκκλησίας »;

Όχι, δεν είναι σωστή, γιατί η Εκκλησία  είναι Μία, στρατευομένη και θριαμβεύουσα, και δεν κινδυνεύει να την αρπάξει κανείς.  Η Εκκλησία βρίσκεται στα χέρια του Θεού της σύμφωνα με τα λόγια του  Ίδιου του Θεού, « και έση στέφανος κάλλους εν χειρί Κυρίου και διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού σου »( Ησ. ξβ’,3).  Κανείς   λοιπόν  δε μπορεί να την αρπάξει όπως διαβεβαιώνει ο  Ίδιος ο Χριστός με τα εξής λόγια, «ουδείς δύναται αρπάζειν εκ της χειρός του πατρός μου» (Ιω. ι’, 29).
 Μα θα πει κανείς ότι δεν πρόκειται για την αρπαγή  από τους εχθρούς της. Τότε, ποιος θα την αρπάξει; Μήπως ο Θεός που την έχει στα χέρια Του; Είναι λογικό να πει κανείς ότι αρπάζει κάποιος κάτι που το  κρατάει στα χέρια του;  Μήπως θα την αρπάξει ο Χριστός;  Μα η Εκκλησία είναι η νύμφη του Χριστού και τον αναγνωρίζει ως Νυμφίον Της, γιατί να την αρπάξει.   Ο Χριστός δεν αρπάζει την Εκκλησία Του, αλλά την  έχει στα χέρια Του και την οικοδομεί. Το είπε ο Ίδιος  στον Πέτρο, « καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής » (Ματ. ιστ’,18 ). Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω,  η  αρπαγή  της Εκκλησίας είναι μία φράση χωρίς περιεχόμενο.
Το όλο θέμα  για την αρπαγή της Εκκλησίας ξεκινάει  κυρίως από τα παρακάτω λόγια του Αποστόλου Παύλου, « τούτο γαρ υμίν λέγομεν εν λόγω Κυρίου, ότι ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι εις την παρουσίαν του Κυρίου ου μη φθάσωμεν τους κοιμηθέντας·  ότι αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ' ουρανού, και οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα » ( Α’ Θεσ. δ’, 15-17).
Με βάση αυτά μπορεί κανείς να πει τα εξής: α)  Αφού με την κάθοδο του Κυρίου, « οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον », και « έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα», είναι φανερό ότι αυτό θα γίνει κατά τη δευτέρα παρουσία.  Δε θα γίνει πριν από αυτή, αφού θα γίνει μετά την ανάσταση των νεκρών.
β)  Το  « ότι ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι εις την παρουσίαν του Κυρίου ου μη φθάσωμεν τους κοιμηθέντας », αυτό αναφέρεται στους ζώντες  επί της γης κατά την ώρα εκείνη και δηλώνει ότι αυτοί δε θα γευθούν θάνατο.   Αυτό φαίνεται και από το ότι το, « ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι » σχετίζεται με την παρουσία του Κυρίου και στις δύο φορές που γράφεται. 
γ) Ο Παύλος  δε λέει, θα αρπαχθεί η Εκκλησία, αλλά « ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου… ». Αυτό το «συν αυτοίς» σημαίνει, μαζί με τους νεκρούς που τότε θα αναστηθούν, γιατί «  οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες…. ».   Οι  αρπαγμένοι λοιπόν ζωντανοί θα είναι  μαζί με τους αναστημένους νεκρούς.  Όλοι αυτοί ανήκουν στην Εκκλησία. Δε λέει  όμως  ότι θα αρπαχθούν και οι νεκροί, αλλά θα αναστηθούν. Η αρπαγή όμως εδώ αναφέρεται  μόνο στους ζωντανούς.   Η Εκκλησία  όμως  περιλαμβάνει και τους νεκρούς που θα αναστηθούν τότε. Άρα η αρπαγή  δεν αναφέρεται στην Εκκλησία, αλλά στους τότε ζωντανούς που βεβαίως θα είναι και αυτοί μέλη της Εκκλησίας.
δ) Αφού  «οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον », θα είναι πλέον αναστημένοι.  Αφού «έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα», σημαίνει ότι το «συν αυτοίς» αναφέρεται στους αναστημένους νεκρούς και όχι στους νεκρούς πριν την ανάστασή τους. Αν δεν ήταν έτσι, θα έλεγε, «συν  τοις νεκροίς  αρπαγησόμεθα ».  Πώς όμως να αρπαχθούν οι νεκροί μαζί με τους ζωντανούς; Θα έπρεπε ή να πεθάνουν ακαριαία  όλοι οι ζωντανοί και να γίνου νεκροί ή οι νεκροί να αρπαχθούν νεκροί. Τότε όμως πώς και πότε θα ανασταίνονταν; Τα πράγματα είναι απλά. Κατεβαίνει ο Χριστός, ανασταίνονται οι νεκροί, αρπάζονται οι ζωντανοί και όλοι μαζί υποδέχονται τον Κύριό τους και Θεό τους. Για να γίνουν όμως αυτά τότε, πρέπει από τώρα να έχει κανείς υποδεχθεί το Χριστό στην καρδιά  του.

 


Αρχή

40) Αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη κάποια σχέση μεταξύ Ιουδαίων και Σπαρτιατών;

Και βέβαια αναφέρεται, όπως φαίνεται  και στο  παρακάτω  απόσπασμα:

« Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών ων έγραψεν Ιωνάθαν τοις Σπαρτιάταις·  «Ιωνάθαν αρχιερεύς και η γερουσία του έθνους και οι ιερείς και ο λοιπός δήμος των Ιουδαίων Σπαρτιάταις τοις αδελφοίς χαίρειν.  έτι πρότερον απεστάλησαν επιστολαί προς Ονίαν τον αρχιερέα παρά Δαρείου του βασιλεύοντος εν υμίν ότι εστέ αδελφοί ημών, ως το αντίγραφον υπόκειται.  και επεδέξατο Ονίας τον άνδρα τον απεσταλμένον ενδόξως και έλαβε τας επιστολάς, εν αις διεσαφείτο περί συμμαχίας και φιλίας.   και ημείς ουν απροσδεείς τούτων όντες, παράκλησιν έχοντες τα βιβλία τα άγια τα εν ταις χερσίν ημών,  επειράθημεν αποστείλαι την προς υμάς αδελφότητα και φιλίαν ανανεώσασθαι προς το μη εξαλλοτριωθήναι υμών· πολλοί γαρ καιροί διήλθον αφ᾿ ου απεστείλατε προς ημάς.  ημείς ουν εν παντί καιρώ αδιαλείπτως εν τε ταις εορταίς και ταις λοιπαίς καθηκούσαις ημέραις μιμνησκόμεθα υμών εφ᾿ ων προσφέρομεν θυσιών και εν ταις προσευχαίς, ως δέον εστί και πρέπον μνημονεύειν αδελφών·  ευφραινόμεθα δε επί τη δόξη υμών.  ημάς δε εκύκλωσαν πολλαί θλίψεις και πόλεμοι πολλοί, καί επολέμησαν ημάς οι βασιλείς οι κύκλω ημών. και ουκ ηβουλόμεθα ουν παρενοχλείν υμίν και τοις λοιποίς συμμάχοις και φίλοις ημών εν τοις πολέμοις τούτοις·  έχομεν γαρ την εξ ουρανού βοήθειαν βοηθούσαν ημίν και ερρύσθημεν από των εχθρών ημών, και εταπεινώθησαν οι εχθροί ημών.  επελέξαμεν ουν Νουμήνιον Αντιόχου και Αντίπατρον Ιάσωνος και απεστάλκαμεν προς Ρωμαίους ανανεώσασθαι την προς αυτούς φιλίαν και συμμαχίαν την προτέραν.  ενετειλάμεθα ουν αυτοίς και προς υμάς πορευθήναι και ασπάσασθαι υμάς και αποδούναι υμίν τας παρ᾿ ημών επιστολάς περί της ανανεώσεως και της αδελφότητος ημών. και νυν καλώς ποιήσετε αντιφωνήσοντες ημίν προς ταύτα».

Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών, ων απέστειλαν Ονία· 

Άρειος βασιλεύς Σπαρτιατών Ονία ιερεί μεγάλω χαίρειν.  ευρέθη εν γραφή περί τε των Σπαρτιατών και Ιουδαίων, ότι εισίν ἀδελφοὶ καὶ ότι εισίν εκ γένους Αβραάμ. και νυν αφ᾿ ου έγνωμεν ταύτα, καλώς ποιήσετε γράφοντες ημίν περὶ της ειρήνης υμών,  και ημείς δε αντιγράφομεν υμίν τα κτήνη υμών και η ύπαρξις υμών ημίν εστι, και τα ημών υμίν έστιν. εντελλόμεθα ουν όπως απαγγείλωσιν υμίν κατά ταύτα». ( Α’ Μακ. ιβ’,5-23).

 


Αρχή



<< Προηγούμενη Σελίδα   Επόμενη Σελίδα >>